θρηνολογώ


θρηνολογώ
-άω (ΑΜ θρηνολογῶ, -έω)
θρηνώ, μοιρολογώ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θρήνος + -λογώ < -λόγος < λέγω (πρβλ. βραχυ-λογώ, πολυ-λογώ)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θρηνολογώ — βλ. πίν. 73 (κυρίως στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • θρηνολογώ — θρηνολόγησα, θρηνώ, μοιρολογώ: Όλη τη νύχτα θρηνολογούσαν το νεκρό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανοτοτύζω — ἀνοτοτύζω (Α) θρηνολογώντας φωνάζω «ὀτοτοῑ», ξεσπώ σε θρήνους, θρηνολογώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) * + οτοτύζω «φωνάζω ὀτοτοῑ, θρηνολογώ»] …   Dictionary of Greek

  • -λογώ — (AM λογῶ, έω) β΄ συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε λόγος (πρβλ. αισχρολογώ < αισχρολόγος), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό λογώ λειτούργησε ως παραγωγική κατάληξη, με αποτέλεσμα να… …   Dictionary of Greek

  • αναθρηνώ — ( έω) (Α ἀναθρηνῶ) θρηνώ μεγαλόφωνα, θρηνολογώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + θρηνῶ] …   Dictionary of Greek

  • ανολοφύρομαι — ἀνολοφύρομαι (Α) θρηνώ μεγαλόφωνα, θρηνολογώ, άνολολύζω* …   Dictionary of Greek

  • αποδύρομαι — ἀποδύρομαι (Α) [οδύρομαι] 1. θρηνώ, θρηνολογώ 2. παρακαλώ με κλάματα …   Dictionary of Greek

  • αποθρηνώ — ἀποθρηνῶ ( έω) (Α) θρηνολογώ, πενθώ …   Dictionary of Greek

  • αποκλαίω — (AM ἀποκλαίω, Α κ. κλάω) σταματώ το κλάμα, παύω να κλαίω νεοελλ. θρηνώ κάποιον σαν να έχει ήδη πεθάνει αρχ. 1. κλαίω με λυγμούς, θρηνολογώ 2. θρηνώ κάποιον …   Dictionary of Greek

  • απολοφύρομαι — ἀπολοφύρομαι (Α) [ολοφύρομαι] 1. θρηνολογώ μεγαλόφωνα 2. ολοκληρώνω, σταματώ τον θρήνο («νῡν δὲ ἀπολοφυράμενοι...» και τώρα αφού κλάψατε, αφού μοιρολογήσατε όσο έπρεπε..., Θουκ.) …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.